Του Βασίλη (Πάναμας)
Απ' τό μηχανοστάσιο τρεις τέσσερις ορόφοι
Και έξι ντουζίνες τα σκαλιά να βγω στον ουρανό
Στην κόλαση ξεμείναμε οι ίδιοι πάλι ανθρώποι
Πεντ' έξι βάρδιες στη σειρά κι έχει μπροστά καιρό
Απ' του πατέρα μου το βιος απέχω δύο "όχι"
Που τα' πα γιατί νόμισα πως είμαι τυχερός
Μουτζουρωμένα βάσανα και λερωμένα ρούχα
Η φλόγα από τις μηχανές μοιάζει με πυρετός
Πόσο καιρό θα μείνουμε αμανάτι στο κανάλι;
Του Φιλιππίνου μ'έκοψε το βλέμμα το κακό
Από τον καβγά να φυλαχτώ ή ύπνο να ξεκλέψω
Ή από τη γέφυρα βουτιά να δώσω ως το βυθό;
Είκοσι χρόνια δεύτερος δεν είναι να καυχιέμαι
Ξύπνιος ονειρευόμουνα καράβια απ' τη στεριά
Και δεν το καλοσκέφτηκα, ούτε καλοθυμάμαι
Αρόδου το μετάνιωσα για μια γλυκιά ματιά
Του Πάναμα τα φράγματα δεν είναι γι' αποφάσεις
Ποτέ μου δεν ορκίστηκα σ' ένα καλό μισθό
Το ξέρω πως η θάλασσα πατρίδα δε θα γίνει
Άλλο που αφήνω να ξεχνώ ή να ξεγελαστώ
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου